Χίλιοι εξακόσιοι δεκαενιά
Κόντευαν μεσάνυχτα. Τα βλέφαρά του έπεφταν βαριά από την αϋπνία. Βρισκόταν κάπου μεταξύ ξύπνου και ύπνου όταν το μακρόσυρτο ουρλιαχτό ακούστηκε πάλι κι ο αντίλαλος απ τις απότεμες πλαγιές της χαράδρας το πολλαπλασίασε ανατριχιαστικά. Ταυτόχρονα σχεδόν, μια αστραπή έρχισε τη νύχτα βοριότερα. Χοντρές σταγόνες έστησαν χορό γύρω. Μισοξύπνησε προσπαθώντας να αντιληφθεί αν το άκουσε πραγματικά. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το φριχτό ουρλιαχτό ξανακούστηκε. Αναρίγησε και πετάχτηκε πάνω έντρομος. - Τούτες τις μέρες κλείνουν 39 ολάκερα χρόνια από την εισβολή στη μεγαλόνησο. Κάποιες μάνες, όσες απόμειναν ακόμα, καρτερούν κάνοντας τον καημό τους ελπίδα. Καρτερούν με προσευχή και τάμα στην Υπέρτατη Μητέρα να αναστήσει τους δικούς τους εσταυρωμένους. Το βιβλίο τούτο γράφτηκε από χρέος βαρύ γι αυτές και τ αγνοούμενα παλικάρια τους.